κείμενα

flâneuse

«ο χώρος (και ο χορός) που με περιέχει και τον περιβάλλω»

Ο χώρος κι ένα κινούμενο σώμα. Χορός. Χορογραφία.

Μια παράσταση είναι έργο τέχνης, κατά τον Χάιντεγκερ, όταν σε αυτό εκτός από το προφανές κατασκεύασμα (γλυπτό, πίνακα, χορογραφία) και τον δημιουργό συντοποθετείται εντός του και κάτι άλλο. Συντοποθετώ σημαίνει συμβάλλω στα αρχαία ελληνικά και να γιατί ,κατά τον Γερμανό φιλόσοφο, το έργο τέχνης είναι σύμβολο[1]. Πώς όμως συντοποθετούνται σε μια παράσταση το άλλο ως αλληγορία/σύμβολο, η κατασκευή και ο δημιουργός ως δομικό στοιχείο της προέλευσης του έργου τέχνης; Ο Χάιντεγκερ αναζητώντας την προέλευση του έργου τέχνης κι ανάγοντάς την τόσο στον δημιουργό όσο και στην τέχνη καθεαυτή, μας ανοίγει την πόρτα σε ένα ερώτημα με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εκείνος αναζητά το πραγμοειδές σε ένα πίνακα ζωγραφικής του Βάν Γκόγκ κι αποδεικνύει, ως θεατής, πως από ένα ζευγάρι χωριάτικα παπούτσια αναδύεται η ζωή της υπαίθρου. Εύλογα θα αναρωτηθούμε, όπως και ο ιστορικός τέχνης Scarpio, γιατί από τον πίνακα να μην αναδύεται η ζωή του  ίδιου του ζωγράφου, καθώς πιθανότατα ο Βαν Γκόγκ ζωγράφισε τα παπούτσια του; Μήπως τελικά το σύμβολό, αυτό το άλλο, το συντοποθετεί ο θεατής ή ο αναγνώστης στο έργο τέχνης;

Ο Φερνάντο Πεσόα μας άφησε ένα μπαούλο με χιλιάδες κείμενα υπογεγραμμένα με 72 διαφορετικά ονόματα. Να μια ακόμη ερώτηση;  Μήπως τα κείμενα γέννησαν τους συγγραφείς, ετερώνυμους του Πεσόα; Μήπως ο θεατής Πεσόα έδωσε όνομα και βιογραφικό στο δημιουργό αφού έγινε αναγνώστης; Το έργο τέχνης γεννά τον δημιουργό κατά τον τρόπο που εκείνος συντοποθετείται μέσα σε αυτό ως κάποιος άλλος.

Ο Georg Simmel με τη σειρά του, αναφέρεται στον ψυχικό τόνο (Stimmung) του τοπίου ή του έργου τέχνης, αναγνωρίζοντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο από το αίσθημα που προξενεί το τοπίο στο θεατή[2]. Ο δημιουργός, ο καλλιτέχνης λέει επίσης ο Simmel,είναι αυτός “ο οποίος επιτελεί αυτό το διαμορφωτικό ενέργημα της θέασης και της θέασης με τέτοια καθαρότητα και δύναμη, ώστε να απορροφά εξολοκλήρου το δεδομένο φυσικό υλικό και να το δημιουργεί εκ νέου σαν από μόνος του”[3]. Αυτό ίσως έκανε τον Σεζάν να αναφωνήσει “το τοπίο σκέφτεται μέσα μου”.

Αυτή είναι στην ουσία η προσφορά των ρομαντικών στις αισθητικές θεωρίες. Το έργο τέχνης μετά τη ρομαντική εξέγερση γίνεται ο καθρέφτης της “ψυχής” του δημιουργού όσο και ο καθρέφτης του θεατή/αναγνώστη. Αν επανέλθουμε λοιπόν στην ερώτηση για την προέλευση του έργου τέχνης θα δούμε ότι ταυτίζεται με το σκοπό που δεν είναι άλλος από το αίσθημα του θεατή. Το έργο τέχνης είναι ότι εσύ βλέπεις μέσα σε αυτό. Δεν μπορεί να είναι τίποτα παραπάνω όταν βρίσκεται στη γέννηση, στο ξεκίνημα του. Ο χρόνος στη συνέχεια , η ιστορία, το κοινό, η κριτική θα του προσθέσουν ή θα του αφαιρέσουν μύθους και επιμύθια ή θα το αγνοήσουν. Το έργο της τέχνης μοιάζει με αυτό που ο Μπωντλαίρ ονόμασε Flâneur (πλάνης). Ο πλάνης χωρίς να έχει στόχο αλλά όχι ασκόπως, α-τελώς όπου τέλος σημαίνει σκοπό (εξ’ ου και η τελεολογία), αλλά όχι ασταμάτητα περιφέρεται στην μητρόπολη αναζητώντας κάτι που δεν γνωρίζει ακριβώς αλλά και κάτι που δεν αγνοεί. Δεν κοιτάζει, βλέπει, παρατηρεί, περιφέρεται ως αιώνιος α-λήτης[4] αναζητώντας την αλήθεια. Ακολουθεί το νήμα της ουτοπίας που ως μη τόπος του χαράζει την πιο ωραία διαδρομή.

Ο χορευτής μπορεί να μην κινείται στη μητρόπολη κατά τη διάρκεια της παράστασης αλλά αναζητά και διαμορφώνει τη σχέση του με το χώρο και την ίδια την κίνηση. Όπως ο πλάνης ερευνά την πόλη αλλά και τα βήματα του μέσα σε αυτή, έτσι κι ο χορευτής παρατηρεί και κινεί το σώμα. Κανείς μας δεν ξέρει αν η πόλη μας βγάζει βόλτα, η διαδρομή ή το ίδιο μας το σώμα. Ο χώρος και ο χορός γίνονται ένα. Η αέναη αναζήτηση αυτού του άλλου που κάνει το σώμα να κινείται, ο ψυχικός τόνος του τόπου και του  δημιουργού συντοποθετούνται, συνδιαλέγονται μέσα από την κίνηση του σώματος. Αυτή η αναζήτηση ή άλλως περιπλάνηση, δεν έχει σίγουρα τέλος, στο θεατή απομένει να την επαναδιαπραγματευθεί, να την αγνοήσει, να την σκεφτεί ή απλά να την αισθανθεί. Ο πλάνης δεν είναι άλλο από το βαπτιστή, αυτόν που καλείται να ονομάσει το έργο τέχνης.

Το ονομάζειν σημαίνει φέρνω στην πραγματικότητα.

Ορέστης Τάτσης


[1]    Martin Heidegger, Η προέλευση του έργου τέχνης, μτφ Γ. Τζαβάρα εκδ. Δωδώνη 1986, σελ.34.

[2]    Georg Simmel,Joachin Ritter, Ernnst Gombrich Το τοπίο εκδ ποταμός Αθήνα 2004 ,σελ30.

[3]    ο.π. Σελ.31

[4]    Αλήτης: γλωσσολογικό παραγωγό της αλήθειας. Αν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s